ANTOYANETOS MARIO
2-9-1987 Κουράστηκε, ίδρωσε σήμερα ο αφέντης, κάτω απ’ τ’ ακριβά αυτοκίνητα, τις βάρκες και τις βίδες του, ολημερίς να παίζει δήθεν τον μηχανικό. Χόμπυ έχει ο άνθρωπος , μ’ αυτό την καταβρίσκει. Κι εσείς εργάτες, ανθρωπάκια της γραμμής, ελάτε γύρω του, καμαρώστε τον, θαυμάστε τον, χειροκροτήστε τον, αγαπήστε τον, γίνετε φίλοι του, συνάδελφος κι αυτός, ίδιος μ’ εσάς. Λερωμένος, κουρασμένος, ιδρωμένος, και μάλιστα και λιγδιάρης, που εσείς, δόξα τω Θεώ, δεν είστε. Μα προπαντός, είν’ ευχαριστημένος κι ενθουσιασμένος, μ’ όλον αυτόν τον δύσκολο αγώνα. Παρέα με ουίσκι, εμφιαλωμένα νερά, θέρμανση και ψύξη στο συνεργείο, γκόμενες, και δύο τρεις, τσανακογλύφτες γύρω του να τον δοξάζουν, θαυμάζοντας την εξυπνάδα, την μαστοριά και το γκομενιλίκι του. Κι έρχεται ο άνθρωπος...
ΠΟΛΕΜΟΣ
3-9-1987 Έσκασε στο φαΐ ο αφέντης κι ο εργάτης νηστικός. Δουλεύει μέρα νύχτα κι όλο σκυφτός. Ψίχουλα το φαΐ του κι η κούραση βουνό. Καπνός η αναπνοή του κι ο κόσμος του μικρός. Τα φλάμπουρα σηκώστε, τις σημαίες, τα πανό, στους δρόμους ξεχυθείτε, νικήστε τον εχθρό. Μ’ όπλο σκληρό το νιόγεννο, το πνεύμα, πολεμήστε, νικήστε, διαλύστε κάθε τι στραβό. Οργώστε τα χωράφια, και σπείρτε τον καρπό, μ’ αίματα και ιδρώτες ποτίστε τον βαθιά. Με νύχια και με δόντια και μ’ απαλά φτερά, φυλάξτε τον να δέσει, να μεστωθεί γερά, και δεν θ’ αργήσει να ’ρθει, κι η ώρα της...
ΜΑΡΙΟΝΕΤΕΣ
1-1-1989 Τάχα να κλαις ή μήπως μονάχα πρέπει να λυπάσαι, όταν γυρίζεις γύρω σου και βλέπεις τρομαγμένα ανθρωπάκια ν’ αλυχτούν τα δόντια δείχνοντας με μίσος και κακία στον συνάδελφο, τον φίλο; Καραγκιοζάκια μαριονέτες καμαρώνουν για τη θέση που κρατούν, σ’ αυτόν τον θίασο του παραλόγου. Δεν αλυχτούν για τα σκοινιά, που ’ναι τα μέλη τους δεμένα, μον’ για την μόστρα ανησυχούν, μην τύχει κι αλλ άξουν θιασάρχη. Και κάθονται χρόνους πολλ ούς, και καμαρώνουν μεταξύ τους, τα χρόνια που τους ρόλους τους κρατούν καλά στον θίασο του κάθε κάφρου...
ΠΕΤΕΙΝΑΡΙ
1-1-1989 Το κορμί, τεντωμένο στητό, καμαρώνει περήφανο άτι. Φουσκωμένα μυαλά με τα μπράτσα γερά να λυγίζουν τ’ ατσάλι, και μια γλώσσα, περίσσια μεγάλη. Μα η ψυχή τους μικρή, μαραμένη, δειλή, σαν μικρό πετεινάρι.
ΑΝΑΓΚΗ
1-1-1989 Εργατιά εργατιά, κακοπληρωμένη δουλειά, στο λαιμό σου βαρύ, το σκοινί της ανάγκης. Αυλάκι βαθύ, στη ψυχή σου μπλαβί, με φαρμάκι η φτώχεια κάθε μέρα σμιλεύει. Τραγούδι πικρό με καινούργιο σκοπό, κάθε λίγο αρχινάς, για να σπάσεις μ’ αυτό, το μονότονα νεκρικό της δουλειάς σου. Και σφυρίζεις τρελά για να δείξεις μ’ αυτά πως ελεύθερος είσαι για ν’ ανασάνεις. Χρόνια και χρόνια στην ίδια δουλειά, στο ίδιο σημείο, τις ίδιες κινήσεις, την ίδια βρισιά ξεστομίζουν τα χείλη. Γρανάζι και βίδα μιας μηχανής, έτσι απλά, αναλώσιμο έχεις γίνει. Μυαλό πια δεν έχεις, μονάχα κοιλιά και μια γλώσσα μακριά, για να κράζει,...
ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ
1-1-1989 Άρχισε η παράσταση, ήρθε τ’ αφεντικό, κι εκεί που ήσυχα κοιμόταν το ρεζίλι, άρχισε τις φωνές, ξεσήκωσε τον κόσμο όλο. Έφυγε ο αφέντης και ξανακύλησε στον ύπνο το ρεμάλι.



