ΟΝΕΙΡΑ

06 – 03 – 2015

Στων γλάρων τα φτερά και
στον αφρό της θάλασσας,
θα ζωγραφίσω τα όνειρά μου,
να ταξιδεύουν με τους γλάρους,
στον απέραντο γαλάζιο ουρανό.

Στην άμμο να παλεύουν με το κύμα,
στο φεγγαρόφωτο να χάνονται,
και ν’ ανασταίνονται κάθε πρωί,
μ’ ένα φιλί του Ήλιου τρυφερό,
στην πιο μικρή δροσοσταλίδα.




Σ’ ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΤΟΠΟ ΤΟΝ ΟΛΟΦΩΤΟ

03 – 07 – 2020

Ήλιε μου, το ζωογόνο σου το φως σκορπάς,
χωρίς ρωτήματα, χωρίς να στο ζητάμε.
Σαν μάνα στο βλαστάρι της, ζωή μας δίνεις,
και στο μυαλό μας, την ελπίδα για το αύριο,
καμιά στιγμή να σκοτεινιάσει δεν αφήνεις.

Κι’ εσύ, απέραντη γαλάζια θάλασσα,
μας ξεσηκώνεις, καινούργιους τόπους
να γνωρίσουμε, ξένους και άγνωστους ανθρώπους.
Να δώσουμε, να πάρουμε, πολιτισμό
ιδέες και νοοτροπίες.

Θεοί μας δίδαξαν, την γλώσσα την Ελληνική,
Τ’ αυτιά μας να ευφραίνουν, οι ωραίες ρύμες.
Μας δίδαξαν και την γραφή, ώστε με  γράμματα
να γράφουμε, την ιστορία των προγόνων.

Δημοκρατία το πολίτευμα, ζητούμενο
σ’ όλη την γη, γνωρίσαμε.
Με την φιλοσοφία μας, τον άνθρωπο διδάξαμε,
ρωτήματα τις σκέψεις του να λύνει.

Τον τρόπο πως να διαλογίζεται και τ’ άγνωστο
και σκοτεινό μέχρι το χθες, να μην φοβάται.

Στα θέατρα, την κουρασμένη κοινωνία,
μες στους αιώνες τώρα, ξεκουράζουμε.
Κλαίμε από τα δράματα, στις κωμωδίες,
ξαλαφρώνουμε και τη ζωή με μέτρο την γλεντάμε.

Στα στάδια της γης, τους Ολυμπιακούς
αγώνες φέραμε, μ’ ένα κλαδί ειρηνικής ελιάς,
τους αθλητές του κόσμου, στεφανώνουμε
και τοίχους που χωρίζουν τους λαούς, γκρεμίζουμε.

Τον κόσμο με πολέμους, από τους βάρβαρους
και τον βαρβαρισμό, πολλές φορές γλυτώσαμε ,
και τον πολιτισμό, στην χώρα μας κρατήσαμε,
και στους λαούς, χωρίς αντάλλαγμα δωρίσαμε.

Ανθρωπισμό, αιώνες τώρα χωρίς σταματημό
διδάσκουμε, αγάπη στον συνάνθρωπο, όπου
στη γη σκορπάμε και την κουλτούρα μας,
οι ξένοι την αρέσκονται και δείχνουν, πως την αγαπάνε.

Ταξίδια, και ταξιδευτές,
μεσ’ του μυαλού την άκρη, περιμένουνε,
και την λαχτάρα της μικρής και της μεγάλης
περιπέτειας, όλοι του Οδυσσέα λαχταράμε.

Ο νεφεληγερέτης Δίας, την τιμωρία φύλαγε
στους ασεβείς, του εθίμου της φιλοξενίας
και μέχρι σήμερα εμείς, το ίδιο σεβαστό,
στις φλέβες και στις πράξεις μας, φυλάμε.




ΚΟΡΟΝΟΪΟΣ

22–03–2020

Ένας αόρατος ιός, σαν μία σκέψη,
πλημμύρισε ξάφνου τη γη και βάλθηκε,
την ρότα ν’ αλλάξει του ανθρώπου.
Στα σπίτια μας, μας έκλεισε,
μας έσβησε τα φώτα.

Και μες’ στη σκοτεινιά,
και ‘κει που νόμιζες, πως όλα πια,
στην σκοτεινιά κατρακυλάνε,
θυμήθηκε, ο δόλιος άνθρωπος,
πως κάπου κάτι, έχει ξεχασμένο.

Το άσβηστο, το λυχναράκι του μυαλού,
με της ψυχής το πνεύμα για λαδάκι.
Το ‘βγαλε το ξεσκόνισε και το ‘βαλε
ξανά στην θέση του, στην πιο ψηλή
της νόησης ιδέα και ξαναφώτισε
μ’ αυτό του κόσμου τα ωραία.




ΣΕ ΠΟΙΑ ΓΩΝΙΑ

12-06-2018

Σε ποια γωνιά να γονατίσω και να κλάψω;

Σε ποια, γωνιά να σηκωθώ στον ουρανό ;

Σε ποια γωνιά να περπατήσω, σε ποια

να σκάψω και ιστορία να μην βρω;

Πίσω, σε ποια στιγμή την σκέψη να γυρίσω

και πάλεμα τ΄ ανθρώπου με το ζώο να μην δω.

Σ’ αυτήν τη γη είναι ριζωμένο το δέντρο

της ανθρώπινης ψυχής

και το ποτίζουμε  με δάκρυα κι’ αίμα, αιώνες

τώρα και ανθεί, για να μπορεί ο ίσκιος κι’

η μοσκοβολιά του να δίνουνε

κουράγιο κι’ ελπίδα  στην όμορφη ζωή.




ΟΛΑ ΕΡΕΙΠΙΑ

12 – 08 – 2018

Δεν είμαι ξύλο άψυχο, που ξέβρασε ο γιαλός,
δεν είμαι αντίπαλος, ούτε εχθρός.
Δεν είμαι αυτός, που θα ‘θελε να είναι εδώ,
δεν φύτρωσα μόνος, τ’ ανέμου σπόρος
σ΄ αυτό το χώμα, σ’ αυτή την γη.

Έχω πατρίδα, έχω αδέλφια, έχω Θεό,
γέρους γονείς, σε σπίτι διάτρητο, θολό νερό,
σκόνη και αίματα κι’ ήλιο σβηστό.
Κανείς δεν ρώτησε πόσο πονό
όταν μου γκρέμισαν τον ουρανό,
σκόρπια κομμάτια που είχα φυτέψει
βλαστάρια όνειρα, πέτρα και χώμα,
όλα ερείπια, φύλλα σκισμένα ένας σωρός.




ΙΩΝΙΑ

01-08-1989

Το είναι μου ολόκληρο σκιρτά,
γεμάτη η καρδιά μου νοσταλγία,
κι η θύμησή μου τρυφερά,
τρέχει σ’ εσένα, αγαπημένη, μάνα,
ΙΩΝΙΑ.

Ποτέ, τ’ αγαπημένο χώμα σου δεν άγγιξα,
δεν έπαιξα παιδάκι, στις αυλές σου,
μήτε ποτέ, δεν ρούφηξα, την άνοιξη,
μες στον πνιγμό των λουλουδιών σου.

Κι όμως,
είναι σαν να γεννήθηκα εκεί,
εκεί να ένιωσα τα πρώτα,
της νιότης τα σκιρτήματα
και του διωγμού το δράμα.

Κι όταν σε σκέπτομαι ριγώ.
Μια τρυφεράδα απλώνεται, μια πίκρα,
λες κι έμειναν εκεί μακριά,
όλα του κόσμου, τα στολίδια.

Μέσα στο αίμα μας περήφανα,
με τ’ άρμενα ολάνοιχτα κυλάς,
σαν μια, απ’ της πιο όμορφες,
γοργόνες της φυλής μας.

Από πατέρα, σε παιδί περνάς,
κι από παππού σ’ εγγόνι.
Στα παραμύθια ανασταίνεσαι
κι αιώνια νέα μένεις ΙΩΝΙΑ.