Χατζηγιαννάκος Γιώργος

Ο ΓΙΟΣ ΤΟΥ ΘΥΡΩΡΟΥ

image_pdfimage_print
15-12-1998

Καλώς τον, τον μεγάλο,
τον γιο του θυρωρού,
τ’ απαύγασμα της ρώμης,
καμάρι του σογιού.

Η μάνα του δασκάλα,
του έριχνε στο γάλα,
σκόνη από Ελλ άδα,
που του ’φερνε εμετό.

Ποτέ του δεν του άρεσε
η γεύση της Ελλ άδος,
από μικρός σκεφτότανε
να γίνει Γερμανός.

Πάντα εκρυφοκοίταζε
τους Γερμανούς αγροίκους,
και του ’μεινε κουσούρι,
γι’ αυτό λοξοκοιτά.

Έχει παράστημα αϊτού
που χέστηκε τ’ αψήλου,
και ένα βήμα αγέρωχο,
με λίγο από λαπά.

Κι όταν το μεγαλείο του
κάνεις να πλησιάσεις,
η μπόχα του στόματός του
τον καταμαρτυρά.

Στην κούνια του επάνω
κρεμότανε ψηλά,
κάποιος με μουστάκι
και τρελά μυαλά.

Ήθελε να του μοιάσει
κι ήτανε στριφνός,
μικρός δικτατορίσκος,
τσιγκούνης και φτηνός.

Σαν πήγε στο σχολείο
για όλ’ αυτά,
του ρίχνανε σφαλιάρα,
τ’ άλλ α παιδιά.

Και όταν εμεγάλωσε
κι έπιασε δουλειά,
απ’ την αρχή φαινότανε
το τι βιολί βαρά.

Μας δήλωσε πως είναι
αυτός γιατρός,
κι εμείς, οι νοσοκόμες
κι ήταν σωστός.

Μετάλλ αξε το τμήμα,
παίζοντας τον γιατρό
κι από μελέτες το ’κανε,
παιδικό σταθμό.

Γράψτε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *